Η γοργόνα Θεσσαλονίκη

  • από

Η θάλασσα δεν έχει πάψει ποτέ να εμπνέει και να σαγηνεύει τον άνθρωπο, ο οποίος δεν έχει πάψει ποτέ να την υμνεί και να αντλεί από αυτήν όνειρα, μαγεία, μύθους.. Ανάμεσα στους μύθους είναι κι αυτός της αδελφής του Μ. Αλεξάνδρου, της Θεσσαλονίκης, που μεταμορφώθηκε σε Γοργόνα γιατί από λάθος ή άγνοια πέταξε το «αθάνατο νερό» που ο αδελφός της με κόπους και κινδύνους είχε αποκτήσει για να εξασφαλίσει την αθανασία. Όταν κατάλαβε το σφάλμα της, και φοβούμενη την οργή του διάσημου αδελφού της, απαρηγόρητη παρακαλούσε: «Θεέ μου, δεν θέλω να πιστέψω πως μια μέρα θα πεθάνει ο αδελφός μου. Άφησε με να ζω με την ελπίδα πως κι αν πεθάνει, πάλι θα τον ξαναφέρεις στον κόσμο». Η παράκλησή της εισακούσθηκε και η βασιλοπούλα έγινε από τη μέση και κάτω ψάρι και πήδηξε στη θάλασσα. Έγινε Γοργόνα!! Από τότε γυρίζει πάντα στη θάλασσα και άμα δει κανένα καράβι τρέχει και ρωτάει τους ναυτικούς για την τύχη του διάσημου αδελφού της.

Στα λόγια της πλώρης..

Μια ωραία διασκευή του μύθου της Γοργόνας τη βρίσκουμε στα «Λόγια της πλώρης» του γιατρού, ναυτικού και συγγραφέα Ανδρέα Καρκαβίτσα: «Άξαφνα ανατρόμαξα. Κάτω βαθιά, μέσ’ από το μενεξεδένιο σύγνεφο, είδα να προβαίνει ίσκιος πελώριος. Η χοντρή κορμοστασιά, το πυργογύριστο κεφάλι του φάνταζαν Αγιονόρος. Τα δυο του μάτια γύριζαν φωτεινούς κύκλους κι έβλεπαν περήφανα τον Κόσμο πριν τον κλωτσήσουν στην καταστροφή. Να τος, είπα, ο θεόσταλτος άγγελος, ο χαλαστής και σωτήρας! Τον έβλεπα κι είχα σύγκρυο στην ψυχή. Από στιγμή σε στιγμή πρόσμενα σφυρί να πέσει το φριχτό χτύπημα. Πάει τώρα η Γη με τους καρπούς πάει κι η θάλασσα με τα ξύλα της! Ούτε τραγούδια πλιο, ούτε ταξίδια, ούτε φιλιά! Αλλά δεν άκουσα το χτύπημα. Ο ίσκιος πρόβαινε στα νερά με άλματα πύρινα. Κι όσο γρηγορότερα πρόβαινε, τόσο μίκραινε η κορμοστασιά του. Και άξαφνα ο θεότρεμος όγκος χιλιόμορφη κόρη στάθηκε αντίκρυ μου. Διαμαντοστόλιστη κορώνα φορούσε στο κεφάλι και τα πλούσια μαλλιά γαλάζια χήτη άπλωναν στις πλάτες ως κάτω στα κύματα. Το πλατύ μέτωπο, τ’αμυγδαλωτά μάτια, τα χείλη της τα κοραλλένια έχυναν γύρα κάποια λάμψη αθανασίας και κάποια περηφάνια βασιλική. Από τα κρυσταλλένια λαιμοτράχηλα κατέβαινε και έσφιγγε το κορμί ολόχρυσος θώρακας λεπιδωτός και πρόβαλλε στο αριστερό την ασπίδα κι έπαιζε στο δεξί τη Μακεδονική σάρισα.

Ζεί ο βασιλιάς Αλέξανδρος;

Δεν είχα συνέρθει από την απορία και φωνή γλυκειά, ήρεμη και μαλακή άκουσα να μου λέει: -Ναύτη-καλεναύτη. Ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος; Ο βασιλιάς Αλέξαντρος! ψιθύρισα με περισσότερη απορία. Πώς είναι δυνατό να ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος; Δεν ήξερα τι ρώτημα ήταν εκείνο και τι να της αποκριθώ, όταν η φωνή ξαναδευτέρωσε: -Ναύτη-καλεναύτη. Ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος: -Τώρα, Κυρά μου! απάντησα χωρίς να σκεφτώ. Τώρα βασιλιάς Αλέξαντρος! Ούτε το χώμα του δεν βρίσκεται στη γη.

Ωϊμέ! κακό που το ‘παθα! Η χιλιόμορφη κόρη έγινε με μιας φοβερό σίχαμα. Κύκλωπας βγήκε από το κύμα κι έδειξε λεπιοντυμένο το μισό κορμί. Ζωντανά φίδια τα μεταξόμαλλα σηκώθηκαν περδώθε, έβγαλαν γλώσσες και κεντριά φαρμακερά κι έχυσαν φοβεριστικό ανεμοφύσημα. Το θωρακωτό στήθος και το παρθενικό πρόσωπο άλλαξαν αμέσως. Τώρα καλογνώρισα με ποιον είχα να κάμω! Δεν ήταν ο Χάρος της Γης, ο χαλαστής και σωτήρας άγγελος. Ήταν η Γοργόνα, τ’ Αλέξαντρου η αδερφή, που έκλεψε το αθάνατο νερό και γύριζε ζωντανή και παντοδύναμη.[…] Δε ρωτούσε βέβαια για το φθαρτό σώμα, αλλά για τη μνήμη του αφέντη της. Και τώρα στην άκριτη μου απόκριση μανιασμένη έριξε το χέρι, ένα δασοτριχωμένο και βαρύ χέρι στην κουπαστή, έπαιξε ζερβόδεξα την ουρά της κι έδειξε Ωκεανό τον μαλακό Πόντο. -Όχι, Κυρά, ψέματα!…τρανοφώναξα με λυμένα γόνατα. Εκείνη με κοίταξε αυστηρά και με φωνή τρεμάμενη ξαναρώτησε: -Ναύτη-καλεναύτη. Ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος; -Ζει και βασιλεύει!! απάντησα ευθύς. Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει. Άκουσε τα λόγια μου καλά. Σα να χύθηκε αθάνατο νερό η φωνή μου στις φλέβες της, άλλαξε αμέσως το τέρας κι έλαμψε παρθένα πάλι χιλιόμορφη. Σήκωσε το κρινάτο χέρι της από την κουπαστή, χαμογέλασε ροδόφυλλα σκορπώντας από τα χείλη της. Κι άξαφνα στον ολοπόρφυρον αέρα χύθηκε τραγούδι πολεμικό, λες και γύριζε τώρα ο Μακεδονικός στρατός από τις χώρες του Γάγγη και του Ευφράτη…».

μύθος ή ιστορία;

Βέβαια ο μύθος δεν στέκει ιστορικά, αφού η Θεσσαλονίκη έζησε πολλά χρόνια μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου και επομένως γνώριζε την τύχη του. Παντρεύτηκε τον Κάσσανδρο, τον ιδρυτή της πόλης που φέρει το όνομά της, και μαζί του απέκτησε τρεις γιους. Μετά τον θάνατο του Κάσσανδρου, το 297 π. Χ., βασίλεψε για πολύ λίγο ο πρωτότοκος γιος της Φίλιππος που πέθανε από φθίση. Τον διαδέχθηκαν τότε τ’ αδέλφια του Αντίπατρος και Αλέξανδρος, ως συμβασιλείς υπό την επιτροπεία της Θεσσαλονίκης. Ο Αντίπατρος, πιστεύοντας ότι η μητέρα του ευνοούσε τον μικρότερο αδελφό του, την δολοφόνησε. Την ίδια τύχη όμως είχε και ο ίδιος, αφού δολοφονήθηκε από τον πεθερό του Λυσίμαχο. Αλλά και ο Αλέξανδρος, ο μικρότερος και ο πιο αγαπημένος γιος της Θεσσαλονίκης, αφού βασίλεψε σχεδόν δυο χρόνια, δολοφονήθηκε από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή. Μια «λογική» εξήγηση του μύθου, μας δίνει ο κορυφαίος Θεσσαλονικιός ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος: « Η Θεσσαλονίκη, η αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όχι μόνο δεν έπαιξε κανένα ρόλο στη ζωή του αδελφού της, αλλά, εξαιτίας της Ολυμπιάδος, πρέπει και να μην τον χώνευε. Τι λόγο λοιπόν θα είχε η Θεσσαλονίκη να καρδιοχτυπά για το αν ζει κι αν βασιλεύει ο αδελφός της; Άλλωστε, απ’ ό,τι ξέρουμε απ’ την παγκόσμια μυθολογία, οι γοργόνες και οι νεράιδες είναι μάνες που ρωτούν για το χαμένο παιδί τους- όχι αδελφές. Και πράγματι η Θεσσαλονίκη, ως μάνα, είχε ιδιαίτερο λόγο να καρδιοχτυπά για τον μικρό της γιο, τον Αλέξανδρο, που τον λάτρευε υπερβολικά, που έκανε ό,τι μπορούσε για να τον δει βασιλιά και που για την αγάπη του έχασε τη ζωή της. Μέσα στις τόσες ραδιουργίες του παλατιού, η λαχτάρα της βασιλομήτορος, πριν κλείσει τα μάτια της, θα ήταν, βέβαια, να ακούσει, για τελευταία φορά, αν ο γιος της, ο βασιλιάς Αλέξανδρος, ζει κι εξακολουθεί να βασιλεύει. Αυτή η δραματική ιστορία, η τόσο συγκλονιστική, είναι, νομίζω, εκείνη που συγκίνησε τον λαό της Μακεδονίας. Μόνο που, με τον καιρό, ο ασήμαντος γιος της Θεσσαλονίκης ξεχάστηκε και στη λαϊκή παράδοση κυριάρχησε ο πιο σπουδαίος βασιλιάς, ο Μεγαλέξανδρος».

Πηγή: parallaximag

Η γοργόνα στην ποίηση.

Η μορφή της «θαλασσοκόρης του βυθού», της Γοργόνας, κυριαρχεί στην ποίηση του «ποιητή της θάλασσας» Νίκου Καββαδία, όπως ακριβώς δέσποζε ως τατουάζ στο αριστερό του μπράτσο. Στο ποίημά του «Αρμίδα», αφιερωμένο στον Κώστα Βάρναλη, έγραφε:

Ξυλογραφία Μελισσαρίδη, Πόυσι Καββαδία

…………………………………….

Η πλωριά Γοργόνα μια βραδιά

πήδησε στον πόντο μεθυσμένη,

δίπλα της γλιστρούσαν συνοδιά

του Κολόμβου οι πέντε κολασμένοι.

……………………………………..

Η σεφερική γοργόνα

Η γοργόνα στην ποίηση του Σεφέρη ως σύμβολο. Εννιά ποιήματα μέχρι το 1937 περιέχουν «γοργόνα», που κάθε φορά νοηματίζει δραστικά το ποίημα που την περιέχει. Το ποίημα, λόγου χάρη, «Λεωφόρος Συγγρού, 1930», συμβολοποιεί τη Λεωφόρο Συγγρού. Είναι ο δρόμος που οδηγεί στη θάλασσα, δηλαδή στο ταξίδι που έχει να κάνει ο ελληνισμός. Στο τέλος αυτού του ταξιδιού, αφού ξεπεράσει τις δυσκολίες του, τον περιμένει ως αμοιβή η γοργόνα, η αναβάθμισή του.

Όταν αφήσεις την καρδιά και τη σκέψη σου να γίνουν ένα με το μαυριδερό ποτάμι που τεντώνει ξυλιάζει και φεύγει:
Σπάσε το νήμα της Αριάδνης και να!
Το γαλάζιο κορμί της γοργόνας.

Στης γοργόνας το φτερό.

σε στίχους του Άλκη Αλκαίου

…Άστρο του Ωρίωνα, φεγγάρι του Τοξότη,
είπαν μια άγνωστη φωτιά σ’ έχει δεσμώτη.
Που δεν τη σβήνουν χίλια κολασμένα μπάρκα,
μα στης γοργόνας το φτερό η αιώνια τσάρκα…

Θεσσαλονίκη αγάπη μου.

Δώσε τα δικά σου χρώματα στο σκίτσο με τη Θεσσαλονίκη. Κάπου εκεί ίσως βρείς και τη γοργόνα..

Ετικέτες: