Ιστορίες από τον μυστικό Όλυμπο

  • από

Η είσοδος του Νίκου στην Πύλη.

Όμως η ώρα περνούσε και γνωρίζαμε, από τους ίδιους που μας είχαν υποδείξει την ώρα που είναι πιθανότατο να συμβαίνει το φαινόμενο, ότι αυτό διαρκεί συγκεκριμένο χρονικό διάστημα το οποίο έπρεπε να εκμεταλλευθούμε.

Πρώτος ο νεαρός Νίκος Δ., αφού μας έριξε ένα προκλητικό για την αδράνεια μας βλέμμα, άρχισε να τρέχει προς το άνοιγμα. Μέχρι να συνειδητοποιήσουμε τι έκανε, αυτός είχε εξαφανιστεί μέσα στο σκοτεινό εσωτερικό του βράχου! Προσπαθήσαμε να τον ακολουθήσουμε ο Klaus κι εγώ. Προσπαθήσαμε να τρέξουμε στην αρχή, να βαδίσουμε έπειτα, να συρθούμε έστω μέχρι το άνοιγμα αλλά στάθηκε αδύνατον. Μας είχε καταλάβει και τους δύο ένας τρομακτικός φόβος που μας έσφιγγε την καρδιά και έκανε τα κορμιά μας να τρέμουν. Τώρα γνωρίζω, από τον φίλο – γνωστό ερευνητή και συγγραφέα – Γιώργο Μπαλάνο, ότι πιθανόν όλα αυτά τα συναισθήματα να ήταν αποτέλεσμα μίας υψηλής τεχνολογίας υψίσυχνων κυμάτων, όπως αυτά που αναφέρει στο σπάνιο πια βιβλίο του για την Πεντέλη και τη Ν. Μάκρη, στην Αττική. Όμως εκείνες τις στιγμές κυρία δεν μπορούσα να σκεφτώ από την ένταση του φόβου που ένιωθα.

Οπισθοχωρώντας και απομακρυνόμενοι από τον βράχο επανήλθαμε στη φυσιολογική μας κατάσταση, αλλά πάντα με έντονα συναισθήματα και τότε διαπιστώσαμε δύο πράγματατα: ο βράχος είχε πάρει πάλι την αρχική του μορφή και ο νεαρός φίλος μας είχε μείνει πίσω από αυτόν!

Οι επόμενες 24 ώρες.

Είναι περιττό να περιγράψω πως πέρασαν οι επόμενες 24 ώρες για μένα και τον Καθηλωμένοι εκεί, στο όριο των 50 μ. από τον βράχο που είχε κυριολεκτικά κατι τον Νίκο Δ., περιμέναμε να επαναληφθεί το φαινόμενο την άλλη μέρα την ίδια ώρα, με την ελπίδα ότι ή εμείς θα μπαίναμε αυτή τη φορά να βρούμε τον νεαρό μας φίλο, ή αυτός θα έβγαινε προς εμάς.

Δεν επιτρέψαμε στο μυαλό μας να σκεφτεί καμία άλλη εκδοχή ή πιθανότητα. Σταθερά σκεπτόμαστε ότι την επόμενη ημέρα έπρεπε να είμαστε και οι τρεις μαζί. Και έγινε! Την συγκεκριμένη ώρα, το συγκεκριμένο κομμάτι βράχου διασπάστηκε μοριακά και από το μάτι του πρόβαλε ο Νίκος Δ. Πεινασμένος, τρομαγμένος, άυπνος, αλλά βάδισε προς το μέρος μας με κάπως άκομψες κινήσεις από την πολύωρη αναμονή του στον απίστευτο εκείνο “χώρο” πίσω από τον βράχο.

Όσα είδε ο Νίκος.

Η διήγηση του ήταν σύντομη και όταν έκλεισε ο βράχος πίσω του, ένιωσε τελείως ήρεμος, άναψε τον φακό του και προχώρησε σε έναν στενό διάδρομο, ο οποίος μετά από δεκαπέντε με είκοσι βήματα κατέληγε σε μία σήραγγα πλάτους 2,00μ και ύψος πάνω από 3,00μ., με λείους τοίχους και δάπεδο, με συνεχή, ομαλή κατηφορική κλίση. Βάδισε περίπου 20 λεπτά (αργότερα υπολογίσαμε από την κλίση του διαδρόμου όπως την περιέγραψε και από την απόσταση περίπου που διήνυσε, ότι έφθασε σε βάθος 150 μέτρων κάτω από το οροπέδιο των Μουσών- ο Νίκος διαπίστωσε ότι το φως του φακού δεν του χρειαζόταν πια, γιατί γύρω του είχε ένα απαλό, διάχυτο, λευκό φως, αγνής πηγής και ότι είχε φτάσει σε μία απλόχωρη σπηλιά, περίπου 80 μέτρων πλάτους επί 61 μήκους, με ύψος περίπου 30 μ. και δάπεδο σχεδόν επίπεδο.

Στο κέντρο της σπηλιάς υπήρχε μία σήραγγα που έπιανε όλο το πλάτος του χώρου και μήκος τα 60 μέτρα. Στον χώρο κατέληγαν άλλες 11 σήραγγες σαν αυτή που είχε βαδίσει όλες από την ίδια μεριά του σπηλαίου, πάνω από αυτές φαινόταν να καταλήγει το στόμιο μίας άλλης μεγαλύτερης σήραγγας με διάμετρο γύρω στα 10 μέτρα.

Πέρα από τη λίμνη διέκρινε, μέσα στο χώρο της σπηλιάς, 5-7 κυκλικά οχήματα διαμέτρου περίπου 3 μέτρων και ύψους 7,00 μέτρων και 25-30 ανθρωποειδή να περιφέρονται γύρω από αυτά!

Πρόθυμα μας τα σκιτσάρισε σε έναν φάκελο που είχα στο σάκο μου και συνεχίζοντας  είπε ότι η περιγραφή του δεν μπορούσε να είναι πληρέστερη γιατί, μόλις αντελήφθη τα οχήματα, αμέσως έκανε στροφή και μπήκε στο  σκοτάδι της σήραγγας. Αυτός όπως κι εμείς, δηλαδή να περιμένει στο στόμιο της σήραγγας για την  επανάληψη του φαινομένου της μοριακής διάσπασης του βράχου. Μεταξύ αυτής της εναγώνιας αναμονής κρατούσε τις σημειώσεις όσων μας διηγήθηκε, έγραφε στοίχους εκκλησιαστικούς σε ένα μπλοκάκι που είχε, μόνο και μόνο για να μην κοιμηθεί και αφού τελείωσαν οι μπαταρίες του, τότε άρχισε να ψέλνει για να πάρει στο πυκνό σκοτάδι και για να κρατηθεί σε εγρήγορση.

Η Έξοδος απο τη σπηλιά.

Από το βράχο ακούστηκε ένας θόρυβος και ο ίδιος θαμπώθηκε από το φως της ημέρας.

Με την αφήγηση του νεαρού μας φίλου, κατηφορίσαμε το μονοπάτι μέχρι το σημείο που είχαμε αφήσει το αυτοκίνητο. Όταν τον ρωτήσαμε εάν ένοιωσε τον αποτρεπτικό φόβο που είχαμε νοιώσει εμείς απάντησε απλά «όχι», ίσως επειδή ήταν αγνός στην καρδιά και τις προθέσεις του.

Μετά από μισής ώρας πορεία, ο Νίκος Δ. θυμόταν πια την περιπέτεια του σαν ένα πρωινό όνειρο, από αυτά που τα θυμάσαι έντονα για λίγο, αμέσως μόλις ξυπνήσεις, και μετά τα ξεχνάς. Κι ύστερα από μια ώρα ακόμα είχε ξεχάσει σχεδόν τα πάντα! Υπήρχε στη μνήμη του ένα κενό περίπου 24 ωρών, για το οποίο μάλλον φαινόταν ευχαριστημένος. Ο Klaus, σαν γιατρός, το ερμήνευσε ως υποσυνείδητη άμυνα του ψυχισμού του φίλου μας, προκειμένου να κρατήσει την ψυχική του ισορροπία, και συμφώνησα μαζί του. Άλλωστε, ήμουν ικανοποιημένος που είχα την αφήγηση του Νίκου και το μπλοκάκι που είχε σημειώσει όσα μας διηγήθηκε.

Για την ιστορία, ο Νίκος τελείωσε το Εκκλησιαστικό Λύκειο της Ριζαρείου και, επηρεασμένος πιθανώς από το παραπάνω γεγονός, εκάρει μικρόσχημος μοναχός σε μονή της Αττικής. Μετά από έξι μήνες από την κουρά του συνήλθε αρκετά για να φύγει από τη μονή και να κάνει το στρατιωτικό του. Στη συνέχεια, πήγε στη Γερμανία όπου με τη βοήθεια του Klaus σπούδασε φυσιοθεραπευτής και ακόμα ζει και εργάζεται εκεί.

Ο δεύτερος γύρος ανάβασης.

Τα κορίτσια είχαν ενθουσιαστεί με την ιστορία του κύριου Ασημένιου! Πάντα τις γοήτευαν οι ιστορίες μυστηρίου! Η κυρία Μπλε και η κυρία Μωβ εμφανίστηκαν μπροστά τους με ένα μεγάλο χαμόγελο, άφησαν τα σακίδιά τους στο πάτωμα και δεν έχασαν λεπτό να βγάλουν τα παπούτσια τους. Ήδη ένιωθαν τα πόδια τους βαριά και ασήκωτα. Ένας καφές και μερικά μπισκότα φάνηκαν αρκετά για να τις τονώσουν γρήγορα. Αφού πήραν μια μεγάλη ανάσα αποφάσισαν να ξεκινήσουν για το δεύτερο γύρο της διαδρομής.

Το τοπίο σταδιακά γινόταν από δασώδες, αλπικό. Το έδαφος είχε αρχίσει να γίνεται σαθρό και δύσκολο στην ανάβαση. Κάθε βήμα έπρεπε να είναι σταθερό. Τα χέρια βοηθούσαν ενώ σε κάποια σημεία ήταν πιο συνετό να καθόμαστε κάτω και να προχωράμε σε καθιστή στάση. Ανα διαστήματα σταματούσαμε να ξεκουραστούμε και να βεβαιωθούμε για το που βρίσκονται οι υπόλοιποι και αν είναι καλά και για να μη χαθούμε.

…..

Διάλογος με την ¨αυτή¨.

Στο βουνό έχεις όλο το χρόνο που θές να στραφείς μέσα σου και να σκεφτείς τα βάρη και τις αμαρτίες που κουβαλάς. Ο καθένας κουβαλάει τα δικά του βάρη, τα δικά του σφάλματα, όπου κι αν βρίσκεται. Όταν φωτίσει την αιτία του βάρους και την κατανοήσει τότε είναι και έτοιμος να αφήσει το βάρος που κουβαλάει και να ελαφρύνει και η ψυχή του. Δεν υπάρχει κανείς που να το κάνει για εσένα, σε αυτό είσαι μόνος/η.

Η κούραση μεγάλη, πολλής χρόνος για να σκεφτείς τα πάντα και ένας αγώνας με την αναπνοή σου, την καρδιά σου που ακούς δυνατά και την αντοχή που σου έχει απομείνει. Όλα αυτά στριφογύριζαν στο κεφάλι της κυρίας Κόκκινης σαν πάλη, η οποία ξαφνικά σταματάει, κοιτάει ψηλά στον ουρανό και μονολογεί δυνατά «Φτάνει, ως εδώ ήταν. Ή εγώ ή αυτή!». Δε μάθαμε ποτέ για ποια ¨αυτή¨ μιλούσε και δε τη ρωτήσαμε.

Η επιβράβευση.

         Τα κορίτσια είχαν φτάσει στην αρχή της θέσης «Ζωνάρια». Τα «Ζωνάρια», απλώνονταν κάτω από το στεφάνι του Δία, κάθε ζωνάρι, κάτι σαν πέταλο, τελείωνε και ξεκινούσε ένα άλλο. Μπορούμε να πούμε πως ήταν μια άσκηση υπομονής καθώς χάσανε το μέτρημα πόσες φορές στρίψανε για να βρεθούνε σε ένα νέο πέταλο, τα ζωνάρια απλά φαινόντουσαν ατελείωτα. Είχαν περάσει κιόλας τέσσερις ώρες ώσπου να αρχίσουν να διακρίνουν, σα μικρή κουκίδα, το καταφύγιο. Η Κόκκινη άρχισε να φωνάζει το σύνθημα που της έδινε δύναμη σε όλα τα δύσκολα και δύσβατα σημεία:

«Μα-κα-ρό-νια με κι-μά! Μα-κα-ρό-νια με κι-μά! Μα-κα-ρό-νια με κι-μά!».

Στο μυαλό της αυτό το συνηθισμένο φαγητό είχε πάρει διαστάσεις λιλιπούτειου γεύματος, μετά από ώρες ανάβασης, και ήταν χωρίς αμφιβολία κάποιο είδος επιβράβευσης που τα κατάφερε. Το άξιζε αυτό το πιάτο με μακαρόνια και κιμά! Όμως έπρεπε πρώτα να στήσουν τη σκηνή τους, η ώρα ήταν πέντε και μισή και υπήρχε πρόβλεψη για αρκετά μποφόρ, πράγμα που θα καθιστούσε δύσκολη τη διαδικασία στησίματος της σκηνής.

         Πρώτα αφού βρήκαν το σημείο όπου θα έστηναν τη σκηνή, καθάρισαν το μέρος από τις πέτρες και ξεκίνησαν. Ήταν η δεύτερη φορά που στήνανε μια σκηνή αλλά είχαν προετοιμαστεί κατάλληλα. Η πρώτη ήταν την προηγούμενη μέρα της ανάβασης που είχαν  κάνει πρόβα το στήσιμο σε ένα γηπεδάκι κι έτσι είχαν μια πρώτη ιδέα. Η σκηνή τους ήταν μεγάλη με Χωλ και δύο δωμάτια που άνετα μπορούσαν να φιλοξενήσουν τέσσερα άτομα με αποσκευές ή ακόμα και έξι άτομα. Αρκετοί ήταν αυτοί που σταματούσαν και χαζεύανε τη σκηνή μιας και ήταν η μεγαλύτερη από τις περίπου σαράντα που βρίσκονταν στο Οροπέδιο των Μουσών.

         Η σκηνή στήθηκε με επιτυχία και ήρθε η ώρα «Μα-κα-ρό-νια με κι-μά!». Περπατήσανε από τη σκηνή γύρω στα δέκα λεπτά για να φτάσουνε στο καταφύγιο όπου θα έτρωγαν.

Σαν φωτοταξιδιώτες του ονείρου..

«Τέσσερις μερίδες μακαρόνια με κιμά! Α και μια χωριάτικη σαλάτα με φέτα και ψωμί. Βάλε μας και τσίπουρο με γλυκάνισο!», είπε η κυρία Μπλέ. Και ήταν όλα νοστιμότατα! Αφού φάγανε, βγήκανε έξω στο μπαλκόνι του καταφυγίου για να προλάβουν να δούνε τη δύση του ηλίου. Ο ήλιος χανόταν αφήνοντας το σκοτάδι να πάρει τη θέση του και τη λάμψη των αστεριών και του φεγγαριού να φωτίσει αχνά το Οροπέδιο των Μουσών και το στεφάνι του Δία. Ήπιανε το τσιπουράκι τους έξω στο κρύο με τα μπουφάν και τις μπασμίνες, μιας και η θερμοκρασία άγγιζε τους έξι βαθμούς, και χορέψανε ράικο και μακεδονίτικους χορούς (για να ζεσταθούν!).

 Ο ουρανός φαινόταν σα να έχει κατέβει χαμηλά και τα αστέρια πιο κοντά μας και πιο μεγάλα! Η Μωβ έμεινε τρείς ώρες παρέα με τον υπνόσακο και τον  εξοπλισμό της για να βγάλει αστροφωτογραφίες και timelapse και αναθεμάτιζε κάθε φορά που έπρεπε να βγάλει το χέρι της από τον υπνόσακο για να πατήσει το κουμπί. Σκέφτηκε πολλές φορές εκείνο το ντεκλανσέρ που είχε αγοράσει πρόσφατα και θεώρησε περιττό να κουβαλήσει στο βουνό. Η Πράσινη είχε μαγευτεί από τα άστρα και ακολούθησε τη Μωβ.

Κόντευε έντεκα και  η Μπλε και η Πράσινη είχαν ξαπλώσει μέσα στους υπνόσακούς τους προσπαθώντας να βρουν μια θέση και να ξεφύγουν από κάποιες πετρούλες που είχαν ξεμείνει κάτω από τη σκηνή και δε τις άφηναν να βολευτούν. Η Πράσινη είχε πάρει το στρωματάκι της γιόγκα μαζί της και την μάσκα ύπνου της κι έτσι είχε καλύτερο ύπνο, κάτι για το οποίο η Κόκκινη την κορόιδευε σε όλη τη διαδρομή λέγοντάς της πως ήταν περιττό βάρος για το σάκο της, ότι μια νύχτα είναι μόνο και ότι είναι καλομαθημένη. Έπρεπε να δείτε το ύφος της όταν την ρωτούσε η Πράσινη αν βολεύτηκε με τον υπνόσακο κι εκείνη, μασουλώντας αμύγδαλα, χαμογελούσε προσπαθώντας να κρύψει τον πόνο στον ποπό της που της προκαλούσαν οι πέτρες στο έδαφος.

Το πρόσωπο του Δία.

5:30 το πρωί. Το ξυπνητήρι χτυπάει. Είναι ακόμα σκοτάδι. Η κυρία Κόκκινη σηκώνεται και βρίσκει την κυρία Μπλε, που πέρασε όλο το βράδυ κοιτώντας το μυστηριώδη νυχτερινό ουρανό, έξω παρέα με τρία μαύρα σκυλιά και την κυρία Μωβ παρέα με άλλο ένα να κάθεται δίπλα της τουρτουρίζοντας από το κρύο. Τα αγριοκάτσικα του Ολύμπου περνούσαν δίπλα από τις σκηνές ανενόχλητα. Σε λίγο εμφανίζεται και η κυρία Πράσινη. Ανηφορίζουν όλες μαζί παρέα με τους τετράποδους φίλους τους προς το καταφύγιο Αποστολίδης και πάλι, αυτή τη φορά για να απολαύσουν την ωραιότερη ανατολή ηλίου που έχουν δει τα μάτια τους.

Εκπληκτικό ήταν το γεγονός ότι μπορούσες να διακρίνεις την πυραμιδοειδή κορυφή του Άθου, καθώς ανέτειλε ο ήλιος. Φτάνοντας στο καταφύγιο βλέπουν αρκετό κόσμο που έχει σηκωθεί από νωρίς για να αντικρίσει τον ήλιο και να πάρει πρωινό περιμένοντας ένα ακόμα μαγευτικό θέαμα, την εμφάνιση του Δία. Ένα πρόσωπο με μεγάλα μάτια, γαμψή μύτη και γένια εμφανίζεται στην κόψη του στεφανιού του Δία, φαινόμενο που συμβαίνει μετά την ανατολή του ηλίου, σα να ξυπνάει ο Δίας για να δει την Ανατολή (μιας και κοιτάζει προς την Ανατολή). Το φαινόμενο εντυπωσιακό και κρατάει περίπου δύο ώρες και χάνεται!

Στην κορυφή του Προφήτη Ηλία.

Η κυρία Μπλε και η κυρία Κόκκινη αφού ήπιαν τον καφέ τους ανέβηκαν στην κοντινή κορυφή «Προφήτης Ηλίας» που βρίσκεται στα 2803 μέτρα. Το σώμα τους πονούσε από την προηγούμενη μέρα αλλά φαίνεται ότι το πρωινό φώς τις είχε εμφυσήσει μια δύναμη ώστε νιώθανε γεμάτες ενέργεια για τις νέες περιπέτειές τους. Φτάσανε στην κορυφή όπου δεσπόζει το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, το οποίο χτίστηκε από τον Άγιο Διονύσιο τον εν Ολύμπω. Λέγεται μάλιστα ότι είναι χτισμένο πάνω στα θεμέλια ενός παλαιότερου ναού αφιερωμένου στον Δία.

Ανάψανε κεράκι, προσκυνήσανε και αγναντέψανε τη θέα. Προς μεγάλη τους έκπληξη, ο γκριζομάλλης κύριος Ασημένιος. που είχανε συναντήσει στο καταφύγιο «Αγαπητός» και τους έλεγε ιστορίες, στεκόταν λίγο παραπέρα. Τα κορίτσια έσπευσαν να τον χαιρετίσουν. Τους φάνηκε κάπως περίεργο και αξιοθαύμαστο που τον είδαν εκεί πάνω μιας και τα χρόνια που κουβαλούσε δεν ήταν λίγα. Εδώ εκείνες, νέες και υγιείς,  και τους βγήκε η γλώσσα μέχρι να φτάσουν πάνω.

«Ξανασυναντιόμαστε! Είχατε καλή ανάβαση;», ρώτησε η κυρία Μπλε.

«Ναι, ανέβηκα καλά, φαίνεται με συμπαθούν έστω και λιγάκι οι Θεοί.», απάντησε εκείνος.

«Μας λείψανε οι ιστορίες σας! Έχετε κι άλλες τέτοιες για τον Όλυμπο; Οι φίλες μας, μας περιμένουν στο καταφύγιο. Τι θα λέγατε να μας συνοδεύσετε για ένα καφέ. Θα χαρούν πολύ να σας ξαναδούν!», συμπλήρωσε η κυρία Κόκκινη.

«Χμ..Δεν πίνω καφέ ξέρετε, δε μου το επιτρέπει ο γιατρός, ένα ζεστό τσάι όμως θα το έπινα!», απάντησε ο κύριος Ασημένιος.

Pages: 1 2 3